Σπήλαιο του Δράκου

Το σπήλαιο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πόλης στο 2ο χλμ της παραλίμνιας οδού Σουγγαρίδη και λίγο πριν από την Μονή της Παναγίας Μαυριώτισσας. Η είσοδος απέχει περίπου είκοσι (20) μέτρα από τις όχθες της λίμνης και 14 μέτρα από τον δρόμο. Στο εσωτερικό του υπάρχουν μεγάλα χερσαία και λιμναία τμήματα με εντυπωσιακό σταλακτικό διάκοσμο καθώς περιλαμβάνει επτά (7) υπόγειες λίμνες, δέκα (10) αίθουσες, πέντε (5) διαδρόμους – σήραγγες.

Η μεγαλύτερη αίθουσα του σπηλαίου έχει διαστάσεις 45×17 μέτρα με το κεντρικό της τμήμα υπερυψωμένο και τις πλευρές της να καταλήγουν σε λίμνες. Η μεγάλη λίμνη του σπηλαίου που είναι και η βαθύτερη βρίσκεται δυτικά. Η θερμοκρασία εντός του Σπηλαίου είναι σταθερή όλες τις εποχές στους 16 -18 βαθμούς Κελσίου ενώ η υγρασία φτάνει στο 90%.

Στο εσωτερικό του σπηλαίου του Δράκου εντοπίστηκαν παλαιοντολογικά κατάλοιπα, με κυριότερα τα οστά σπηλαίας άρκτου ή αρκούδας των σπηλαίων (Ursus Speleaus). Το είδος αυτό έζησε στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Πλειστόκαινου και εξαφανίστηκε πριν από περίπου 10.000 χρόνια. Το όνομά της οφείλεται στο γεγονός ότι τα απολιθωμένα λείψανά της εντοπίζονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε σπήλαια, όπου προφανώς διέμενε για περισσότερο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την καφέ αρκούδα η οποία χρησιμοποιούσε τα σπήλαια μόνο κατά την διάρκεια της χειμερίας νάρκης. Υπολογίζεται ότι το βάρος των αρσενικών ζώων έφτανε τα 400-500 κιλά και των θηλυκών τα 200-250 κιλά. Ήταν κατά βάση φυτοφάγο και περιστασιακά σαρκοφάγο ζώο.

Είναι σημαντικό ότι έχει ληφθεί κάθε απαραίτητο μέτρο για την ασφάλεια των επισκεπτών και οι επεμβάσεις στο εσωτερικό έγιναν με τρόπο ώστε να μη θιχθεί η φυσική κατάσταση του Σπηλαίου.

Η ύπαρξη του σπηλαίου δεν φαίνεται να ήταν γνωστή έως τα νεώτερα χρόνια. Στις γραπτές μαρτυρίες της εποχής της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία αναφορά στο σπήλαιο, αλλά ούτε και στις παλαιότερες ιστορικές μαρτυρίες. Πιθανολογείται ότι ή είσοδος του σπηλαίου μέχρι κάποια εποχή δεν ήταν ορατή λόγω προσχώσεων, αλλά και λόγω ότι η παραλίμνια διαδρομή ήταν δύσβατη και προσπελάσιμη μόνο από την λίμνη.

Καστοριανοί ερασιτέχνες εξερευνητές, άνθρωποι με περιβαλλοντικές ευαισθησίες στην δεκαετία του ‘40, την εποχή που διανοίχθηκε και ο παραλίμνιος δρόμος από τον στρατηγό Σουγγαρίδη, ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν και περιέγραψαν το απαράμιλλης ομορφιάς σπήλαιο και έριξαν την πρώτη ιδέα για την αξιοποίησή του. Την εποχή αυτή καταγράφεται και ο μύθος γύρω από τον «Δράκο» της σπηλιάς απ’όπου και το όνομά της.

 

Ιστορικό Αξιοποίησης

Η Καστοριά οφείλει πολλά στους συμπολίτες μας Νίκο Πιστικό, Κώστα Φράσια, Αναστάσιο Μπασακύρο, Θ. Μορφίδη καθώς και πολλούς άλλους και αργότερα, το 1954 στον Σουηδό εξερευνητή Linberg, που περιηγήθηκαν στο σπήλαιο και ενημέρωσαν την τοπική κοινωνία για τον απαράμιλλης ομορφιάς λιθωματικό διάκοσμό του. Το 1963 Καστοριανοί Πρόσκοποι σε συνεργασία με την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία μας έδωσαν την πρώτη αδρή χαρτογράφηση και τις πρώτες φωτογραφίες του εσωτερικού του, ενώ αργότερα το σπήλαιο καταγράφηκε στο επίσημο ετήσιο Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια έγινε το 1963 από τον Τζώνη Ζερβουδάκη και την Ε.Σ.Ε για την ολοκλήρωση της συλλογής στοιχείων και για την εκπαίδευση νέων σπηλαιολόγων. Επαναλήφθηκε το 1964 και 1965. Η έρευνα και χαρτογράφηση του σπηλαίου του Δράκου κλιμακώθηκε το 1966 και ολοκληρώθηκε το 1969 από κλιμάκιο της Ε.Σ.Ε. με επικεφαλής τον Κ. Παλληκαρόπουλο, ο οποίος παράλληλα εκπόνησε προμελέτη τουριστικής αξιοποίησης του σπηλαίου.

Ακολούθησαν και άλλες εξερευνήσεις, οι οποίες ενίσχυαν πάντα την άποψη περί καταλληλότητας του σπηλαίου για αξιοποίηση.

Αρχίζει έτσι σιγά-σιγά να ωριμάζει στην τοπική κοινωνία η άποψη για την ανάγκη αξιοποίησης της σπηλιάς και με συνεχή δημοσιεύματα να ασκείται πίεση προς την κατεύθυνση αυτή.

Το 1995, αρμόδιοι υπάλληλοι της Εφορείας Σπηλαιολογίας του Υπ. Πολιτισμού, προσκεκλημένοι από τον Δήμο, διενεργούν ερευνητική είσοδο στην σπηλιά και με βάση την παλαιότερη προκαταρκτική μελέτη τουριστικής αξιοποίησής από τον πολιτικό μηχ. κ. Παλληκαρόπουλο, ερασιτέχνη σπηλαιολόγο σε συνεργασία με τον Σύλλογο «Φίλοι του Περιβάλλοντος», υποβάλλουν επίσημο πόρισμα για την καταλληλότητα και την δυνατότητα αξιοποίησης.

Στην συνέχεια ο Δήμος Καστοριάς στρέφεται στην αναζήτηση πόρων για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης. Οι πόροι εξασφαλίστηκαν από το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης και ανατέθηκε η εκπόνηση της μελέτης με επικεφαλής καστοριανούς μελετητές και επιβλέποντες της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου.

Η μελέτη περιλάμβανε όλες τις απαραίτητες επί μέρους κατηγορίες μελετών, τοπογραφική, αρχιτεκτονική, στατική, ηλεκτρομηχανολογική, μελέτη ειδικών στερεωτικών εργασιών, υδραυλική, περιβαλλοντική και διαχείρισης.

Στην συνέχεια το έργο «Αξιοποίηση Σπηλαίου Δράκου Καστοριάς», εντάχθηκε στο Π.Ε.Π. Δυτ. Μακεδονίας.

Το 1998 εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού η προμελέτη τουριστικής αξιοποίησης και οι εργασίες ξεκίνησαν τελικά το 2007. Την κατασκευή του έργου ανέλαβε η Κοινοπραξία «Τελιγιωρίδης-Φελεκίδης ΑΤΕ» με συνεπίβλεψη της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Βόρειας Ελλάδος.

Όλες οι προβλεπόμενες εργασίες, προκειμένου το σπήλαιο να γίνει επισκέψιμο καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και των κτισμάτων που εξυπηρετούν την όλη λειτουργία του Σπηλαίου, υλοποιήθηκαν με ήπιες μεθόδους παρέμβασης ειδικά στο εσωτερικό προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο πλούσιος σταλακτιτικός διάκοσμος, ενώ οι εξωτερικές παρεμβάσεις έχουν αρχιτεκτονικό χαρακτήρα που σέβεται την ντόπια αρχιτεκτονική παράδοση με χρήση ντόπιων υλικών στις όψεις, πέτρα ξύλα και ένθετα διακοσμητικά κεραμικά.

Το Σπήλαιο του Δράκου άνοιξε τις πύλες του για το κοινό στις 13 Δεκεμβρίου 2009 και εγκαινιάστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2009 από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Γερουλάνο και τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Πετσάλνικο.

 

Φωτογραφίες